Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας· 53 χρόνια από τη μακαρία κοίμησή του (1966-2019)

Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας· 53 χρόνια από τη μακαρία κοίμησή του

 

Ο Όσιος Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας, κατά κόσμον Βασίλειος Αποστολίδης, γεννήθηκε το 1883 στο Μικρασιατικό χωριό Γκέλβερη της Αγιοτόκου γης της Καππαδοκίας και ήταν ένας από τους αγιότερους ανθρώπους, που έζησαν τον 20ο αιώνα. Ήταν παιδί πολύτεκνης οικογένειας. Οι γονείς του Ανέστης και Ελισάβετ απέκτησαν έξι παιδιά, τρία αγόρια και τρία κορίτσια, τα οποία ανέθρεψαν μέσα σε περιβάλλον ευσέβειας, προσευχής, ασκήσεως και αγιότητας. Την ανατροφή των παιδιών ανέλαβε η μητέρα, επειδή ο πατέρας λόγω του επαγγέλματός του απουσίαζε για μεγάλο χρονικό διάστημα από το σπίτι.

Η μητέρα του τον γαλούχησε στην μυστηριακή ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ήταν άνθρωπος προσευχής. Το βράδυ, προσευχόταν για πολλές ώρες γονατιστή σε ένα απόμερο δωμάτιο, όταν τα παιδιά είχαν κοιμηθεί. Ο Γέροντας αγάπησε την προσευχή εξαιτίας της μητέρας του, η οποία τον σήκωνε τα μεσάνυκτα για να προσεύχεται μαζί της. Πολύ επέδρασαν και τα παραδείγματα των ασκητών της περιοχής του που ζούσαν κρυμμένοι μέσα στους βράχους της Καππαδοκίας. Αργότερα θυμόταν την πατρίδα του και έλεγε ότι υπήρχαν πολλοί ήσυχοι τόποι για προσευχή. Σε νεαρή ηλικία  με την ευχή της μητέρας του και τον ένθεο ζήλο του χειροτονήθηκε διάκονος. Δεν έμεινε όμως στην πατρίδα του, όπως επιθυμούσε, αλλά διώχθηκε από ισχυρούς συμπατριώτες του που τον εχθρεύονταν.

ieronymos small

Πήγε στους Αγίους Τόπους και έμεινε στην Μονή του Τιμίου Προδρόμου, κοντά στον Ιορδάνη ποταμό, για εννιά μήνες. Όταν μιλούσε για τα άγια προσκυνήματα τα μάτια του γέμιζαν δάκρυα και προέτρεπε όλους να επισκεφτούν οπωσδήποτε για μια φορά τα Ιεροσόλυμα. Μετά γύρισε στην Κωνσταντινούπολη. Διορίσθηκε διάκονος στον ναό του Αγίου Γεωργίου. Με την φροντίδα του κτίστηκε πενταόροφο σχολείο. Συχνά έκανε αγρυπνίες στον Άγιο Γεώργιο και στον Άγιο Σπυρίδωνα στις οποίες συμμετείχαν πολλοί πιστοί. Ως διάκονος υπηρέτησε για εννέα χρόνια στο Πατριαρχείο.

Η Μικρασιατική καταστροφή ανάγκασε τον διάκονο Βασίλειο να αφήσει την Κωνσταντινούπολη με πόνο ψυχής, να έλθει στην Ελλάδα και να εγκατασταθεί στην Αίγινα, αγαπώντας την ησυχία του νησιού, την απλότητα των κατοίκων και την παρουσία ιδιαίτερα του Αγίου Νεκταρίου. Διορίστηκε ως διάκονος του Μητροπολιτικού Ναού της Αίγινας και μετά από πολλές πιέσεις χειροτονήθηκε ιερέας από τον Μητροπολίτη Καρυστίας Παντελεήμονα, ο οποίος του έδωσε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη και του ανατέθηκε και το έργο του Πνευματικού, που μέχρι τέλους της ζωής του ασκούσε με φόβο Θεού και αγάπη στους συνανθρώπους του.  Διορίστηκε εφημέριος του Νοσοκομείου Αίγινας που με δικούς του κόπους και έξοδα έχτισε τον Ναό του Αγίου Διονυσίου. Εκεί εκτός του πνευματικού έργου, ως πρακτικός ιατρός περιποιόταν τους αρρώστους και θεράπευσε τα τραύματα αρκετών.

Ο Όσιος Γέροντας παρέμεινε ως ιερέας στο Νοσοκομείο για έξι μήνες. Σαράντα ημέρες μετά την χειροτονία του, τελώντας το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας είδε φοβερό όραμα, τον Κύριο ως βρέφος πάνω στην Αγία Τράπεζα. Αυτό τον συγκλόνισε τόσο πολύ ώστε αποφάσισε να σταματήσει να ιερουργεί θεωρώντας ανάξιο τον εαυτό του. Έλεγε: «Δεν ηδυνάμην με τα θνητά και αμαρτωλά μου χέρια να ψηλαφώ τον Κύριον της Δόξης». Συνέχισε να ιερουργεί μέχρι να βρεθεί αντικαταστάτης του. Σε νέους ιερείς έλεγε: «Αν δεν βλέπεις τον Άγγελό σου δίπλα σου στο Άγιο Θυσιαστήριο, μη λειτουργείς».

Στα τέλη του 1923 ο πατήρ Βασίλειος έλαβε το Μέγα και Αγγελικό σχήμα από τον Άγιο Γέροντα Ιερώνυμο Σιμωνοπετρίτη και μετονομάστηκε σε Ιερώνυμο. Από το 1940 εγκαταστάθηκε πλέον οριστικά στο Ησυχαστήριο που ο ίδιος είχε δημιουργήσει και απερίσπαστος επιδόθηκε σε μεγαλύτερους ασκητικούς αγώνες και μυστικές θεωρίες. Δαπανήθηκε διδάσκοντας, καθοδηγώντας και παρηγορώντας τις κουρασμένες ψυχές που τον επισκέπτονταν.

Ήταν άκακος, ανεξίκακος, πράος και ταπείνωνε τον εαυτό του έναντι όλων, χωρίς ίχνος εγωισμού. Εντελώς αφιλοχρήματος, που ό,τι και να του έδιναν τα μοίραζε στους φτωχούς. Ήταν γεμάτος από τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος (διορατικό, διακριτικό, προορατικό, ιαματικό και χάρισμα κατά των δαιμόνων).

Κέντρο της διδασκαλίας του ήταν η προσευχή και η ταπείνωση, με κατακλείδα παραδείγματα από το αγαπημένο του βιβλίο «Αββάς Ισαάκ». Όταν τον ρωτούσαν, Γέροντα τί βιβλία να διαβάζουμε; Απαντούσε: Αββά Ισαάκ! Είναι καθρέφτης ο Αββάς Ισαάκ. Οπωσδήποτε να διαβάζετε ένα φύλλο την ημέρα. Ο Γέροντας Ιερώνυμος ήταν εραστής της προσευχής και μάλιστα της νοεράς. Επί 4 και 5 ώρες με υψωμένα τα χέρια, ακίνητος, νεκρός σωματικώς ενωνόταν νοερά μετά του Θεού!

Ο Γέροντας δοκιμάστηκε από την αρρώστια. Τον Σεπτέμβριο του 1966 διαγνώσθηκε ότι έπασχε από καρκίνο. Νοσηλεύτηκε για λίγο στο νοσοκομείο Αλεξάνδρα. Αφού υπέμεινε αγόγγυστα τους πόνους μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και κοιμήθηκε εν Κυρίω στις 3 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου. Το σεπτό του σκήνωμα τάφηκε στην Αίγινα, στο Ιερό Ησυχαστήριό του.

ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ

 

Πολλοί, όσοι τον είχαν γνωρίσει προσωπικά ή μετά την ανάγνωσιν των βιβλίων, περί του Γέροντος και πού συνεκλονίσθησαν και τον ηγάπησαν, οσάκις κατακλύζονται από οδύνη και πόνο και τον επικαλούνται, έχουν ευεργετηθεί και εν γένει έχουν γίνει δέκται της αγιαστικής του στοργής και παρρησίας.
Διηγούνται πολλά θαύματα, ιάσεις ασθενών επιτυχίες στα παιδιά τους, είτε σε σπουδές είτε σε αποκαταστάσεις και πού οπωσδήποτε τα αποδίδουν στην μεσιτεία, αγάπη και στοργή του Γέροντος.
Παρατίθενται, ενδεικτικώς μόνον, ώρισμένα εκ των πολλών θαυμάτων και θαυμάσιων πού είχεν επιτελέσει εν ζωή ό Γέροντας καθώς και δύο εμφανίσεις του Γέροντος μετά την κοίμησίν του, χωρίς δι’ ευνόητους λόγους να αναφερθούν τα ονόματα αυτών πού τα διηγήθηκαν, τα οποία όμως υπάρχουν εις το αρχείο «περί του Γέροντος», πού κρατείται. •

 

Αμέσως αισθάνθηκα ότι είχαν απελευθερωθεί οί πνεύμονες μου….

Σοφία Ιωάννου Αιγάλεω


Στις δύο (2) Απριλίου 1990 επισκέφθηκα την Αίγινα με την αδελφή μου Αικατερίνη και με δύο οικογενειακές μας γνωστές, την κ. Καλλιόπη Γ. Κομνηνού καί την κ. Φάνη εκ της Ρόδου.


Επισκεφθήκαμε τον Ιερό Τάφο και τον Ναό του Αγίου Νεκταρίου. Στο δρόμο πού πηγαίναμε προς Αγιον Νεκτάριο, ή κ. Καλλιόπη Κομνηνού, ρώτησε τον οδηγό του «ταξί»: Σάς παρακαλώ, εδώ στην Αίγινα υπάρχει και ένα Ιερό Ησυχαστήριο ενός Αγίου Γέροντα του π. Ιερωνύμου. Τον βλέπω επί δέκα (10) χρόνια στον ύπνο μου και συζητούμε για την ασθένεια μου και έχω το βιβλίο πού γράφει για κείνων, «ό Γέρων Ιερώνυμος της Αιγίνης». Είναι σαν να τον έχω γνωρίσει από χρόνια και ζήσει μαζί του. Και βέβαια, μου απαντά ό οδηγός, είναι πολύ εύκολο, θα σας πάω μετά τον Άγιο. Πράγματι, κατόπιν, κατευθυνθήκαμε και πήγαμε στο Ησυχαστήριο του π. Ιερωνύμου.


Κτυπήσαμε την πόρτα και φάνηκε ή μοναχή Ευπραξία.
Αφού μας πέρασε μέσα, μας οδήγησε και γνωρίσαμε την Γερόντισσα πού είχε υπηρετήσει τον Γέροντα Ιερώνυμο, υπέργηρον ηλικίας 100 ετών.


Επήραμε την ευχή της. Κατόπιν μας οδήγησε ή Μοναχή στο Εκκλησάκι της Ευαγγελιστρίας και προσκυνήσαμε και τα Αγια Λείψανα του π. Ιερωνύμου, επίσης τον Τάφο του, τον χώρο πού απεσύρετο και προσευχόταν και ό όποιος ήτο ίσα όσο χωρούσε γονατιστό ένα άνθρωπο και τέλος και το κελλάκι του πού αναπαυότανε και εδέχετο τον κόσμον.
Ήταν μεσημέρι. Ή Μοναχή Ευπραξία, ή υποτακτική της Γερόντισσας Ευπραξία, μας έκανε το τραπέζι. Αυτές τις στιγμές, όλες οί φίλες αισθανόμασταν ένα δέος. Ή αίσθησης της ζωντανής παρουσίας και στοργής του π. Ιερωνύμου ήτο πολύ αισθητή, τόσο ώστε προσωπικά ή κάθε μια μας, είχαμε την αίσθηση πώς είχαμε δίπλα μας τον Άγιο Γέροντα, πράγμα πού είναι «σημείο» των Αγίων μας κεκοιμημένων και εν γένει όλων των Αγίων μας.


Αφού ήλθε ή ώρα να χαιρετήσουμε το Ησυχαστήριο, βάλαμε μετάνοια στην Οσία Γερόντισσα και στη Μοναχή Εύπραξία, επήραμε ευχή και πήραμε το καράβι και γυρίσαμε στα σπίτια μας στο Αιγάλεω.


Την επομένη ημέρα ή κ. Καλλιόπη Κομνηνού μου προμήθευσε το βιβλίο πού είχε, δηλ. «Ό Γέρων Ιερώνυμος της Αιγίνης, Βίος, πνευματικά υποθήκες και παραινέσεις αυτού» υπό Σωτ. Νούση.


Άρχισα να το διαβάζω σιγά-σιγά από την αρχή το βιβλίο, κάθε μέρα και μερικές σελίδες, μέχρι πού έφθασα στο σημείο στη σελίδα 222 (έκδοση Γ’) οπού λέει την προσευχή σε κάποιους πού έφευγαν: «Πάτερ Άγιε Ιατρέ των ψυχών και των σωμάτων ημών, ό πέμψας τον Μονογενή Σου Υιόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, πάσαν νόσον ίώμενος και εκ θανάτου λυτρούμενον, ίασαι τον δούλον Σου (δείνα) εκ της περιεχούσης αυτόν σωματικής τε και ψυχικής ασθενείας. Σον γαρ εστί το ελεεί και σώζει ημάς, Χριστέ ό Θεός ημών και Σοί την δόξαν αναπέμπομεν, συν τω Ανάρχω Σου Πατρί και τω Παναγίω και Αγαθώ και Ζωοποιώ Σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».


Την ένοιωσα πολύ αυτήν την προσευχή και έκανα τον Σταυρό μου και προσευχήθηκα και εγώ με αυτά τα λόγια και προχώρησα την ανάγνωση.

Καθώς διάβαζα, με κατέλαβε ένας γλυκός ανάλαφρος ύπνος και εκεί στον ύπνο μου, αισθάνθηκα έναν βήχα, τρεις φορές έβηξα και βλέπω να φτύνω ένα κρυσταλλόμενο κατακόκκινο σα ζελέ πτύελο, και με το βήχα ξύπνησα.

Αμέσως αισθάνθηκα ότι είχαν απελευθερωθεί οί πνεύμονες μου, οπού είχα Επί πολλά έτη βροχικά.


Όταν επισκέφθηκα τον θεράποντα ιατρό μου με διαβεβαίωσε ότι δεν υπάρχουν ούτε Ίχνος ακροαστικά.

Τώρα, με την ευλογία του Αγίου Ιερωνύμου και την Ιαματική του αγία δύναμη, δεν ξανά αρρώστησα. Είναι σαν να μη είχα ποτέ βρογχικά και τα φάρμακα τα πέταξα.


Ή θεραπευθείσα και πάντοτε ευγνώμων Δοξάζω τον Κύριο και τον πρέσβυ Του Άγιο Ιερώνυμο


Με άπειρη ευλάβεια ή ιαθείσα προσκυνήτρια, Σοφία Παύλου Ιωάννου

Γράφει ή μακαριστή Ξένη μοναχή:


«Φεύγοντας (ό Γέροντας μετά από επίσκεψη στο Ησυχαστήριο μου, σε εξοχικό Προάστιο.) και βγαίνοντας τελείως έξω από την πόρτα του κήπου, μου λέει με μιαν έκφραση λύπης και απογοητεύσεως:
-Πω πω! μεγάλη αμαρτία γίνεται εις τούτον τον τόπον (δάσος, βουνό). Μια φωτιά όμως, όλα γύρω απ’ εδώ θα τα φτιάξη αυτά…..


Την ίδια χρονιά, μετά λίγους μήνες, μετά την επίσκεψη του Γέροντος, έπιασε χωρίς να το γνωρίζουμε πώς, μια τεράστια φωτιά πού την βοήθησε και ό αέρας ν’ απλωθεί, πολύ περισσότερο. Περί τα 400 στρέμματα κάηκαν.


Ούτε θάμνοι έμειναν, ούτε δένδρα, όλα έγιναν στάκτη. Ακόμη και σήμερα, φαίνεται όλος αυτός ό τόπος πού τον «έφτιαξε» ή φωτιά. Κάθε φορά πού τον βλέπω, βλέπω και τον Γέροντα στο ίδιο σημείο, να μου δείχνει τον τόπον αυτόν και να προφητεύει.


«Μία ημέρα, εις την Αίγινα, τον συνάντησα στην παραλία.

Μου λέει: «Καλογραία, έχω μια δουλειά. Πήγαινε και άρχομαι. Εσύ να πάρεις ταξί δια να πάς και εγώ έχω μια δουλειά και άρχομαι. Στάσου να σε βρω ένα ταξί».

Πέρασαν ένα, δύο, τρία, μέχρι 6 περίπου ταξί άδεια. Φαίνεται δεν ήταν εκείνο πού ήθελε, γιατί έλεγε: »όχι αυτό, ούτε κι’ αυτό». Μετά, δεν πειράζει Καλογραία, μου λέει, πήγαινε με τα πόδια».

Αμέσως ξεκίνησα και κατευθυνόμουν για το ησυχαστήριο του. Μετά από δυο – τρία βήματα, στράφηκα πίσω να τον ιδώ, δεν τον είδα πουθενά. Και πάλι, καθώς προχωρούσα, ξανάβλεπα πίσω μου, τίποτα. Πολύ σύντομα έφθασα. Μόλις μπήκα όμως μέσα στην αυλή, δεν πρόλαβα να κλείσω την πόρτα, κτυπά, ανοίγουμε, ήταν ό Γέροντας!

Δεν μπορώ να καταλάβω, φρικιών, αλλά απ’ τον κανονικό δρόμο πήγα, έβλεπα πίσω μου πότε-πότε, πότε και από που και πώς είχε φθάσει ό Γέροντας εκεί; Ένοιωσα δέος και συντριβή και δεν τον ρώτησα καθόλου….


Άλλοτε, μπαίνοντας εις το κελί του, παραμονές πού θα έφευγε απ’ την Αίγινα δια την Αθήνα, νοσοκομείο κ.λ.π., τον βρήκα καθιστό εις την κλίνην του και ετοιμαζόταν ν’ αναπαυθεί. Φορούσε μια φανέλα και από πάνω το ράσο του. Όταν το τράβηξε για να πέσει, είδα το χέρι του κάτασπρο σαν το χιόνι, νεανικό και μια άρρητη εύωδία ένοιωσα να είναι διάχυτη εις το κελί του.

Το χέρι του, τόσο λευκό ήτο, πού δεν έμοιαζε να είναι σάρκα.

Έτρεμα, κατάλαβε και μου λέει, την ώρα πού πήγα να το ασπασθώ και ενώ είχε κλειστά τα μάτια:
-Δεν είναι τίποτα, καλογραία, δεν είναι τίποτα αυτά πού βλέπεις…. Υπάρχουν ανώτερα»

 

..διαπίστωσα ότι ό π. Ιερώνυμος ήλθε μόνος του και με βρήκε

 

Όταν για πρώτη φορά θα κυκλοφορούσε το βιβλίο «Ό Γέρων Ιερώνυμος της Αιγίνης», από τον Εκδοτικό Οίκο «Επτάλοφος», είχαν αποσταλεί διαφημιστικά – ενημερωτικά δελτάρια σε πολλούς ανθρώπους των Γραμμάτων, οί όποιοι εν συνεχεία ταχυδρομούσαν την επιταγή με το αντίτιμο του βιβλίου και το όποιο ελάμβαναν κατόπιν ταχυδρομικώς.
Μετά λίγο χρονικό διάστημα, τηλεφωνεί ένας Ιατρός από τον Πειραιά, ό όποιος έκπληκτος ρωτούσε τους εκπροσώπους του Εκδοτικού οίκου, πώς και για ποιόν λόγο του απέστειλαν το βιβλίο του Γέροντος. Βιαστική ή υπάλληλος – αρμοδία, του απήντησε, ότι «για να σας το στείλουμε σημαίνει ότι λάβαμε την επιταγήν σας με την διεύθυνση σας κ.λπ.» και ετοιμάσθηκε να κλείσει το τηλέφωνο. Εκείνος μετ’ επιμονής, τους λέγει: «Παρακαλώ, επιμένω να βρείτε το απόκομμα της επιταγής μου, για να βεβαιωθείτε ότι δεν σας ζήτησα εγώ αυτό το βιβλίο, υπάρχει λόγος πού επιμένω».
Στην επιμονή του ανέσυραν το απόκομμα της επιταγής, και οποία ή έκπληξης, όταν βλέπουν ότι ό ιατρός είχε ζητήσει τον « Ιατρικό Τύπο» και όχι το βιβλίο περί του Γέροντος. Ζητώντας του συγγνώμη, τον παρεκάλεσαν να ταχυδρόμηση το βιβλίο του Γέροντος και να του αποστείλουν εν συνεχεία τον « Ιατρικό Τύπο». και εκείνος τους άπαντα:
«Μα τι είναι αυτά πού μου λέτε; Αν γνωρίζατε σε τι κρίσιμες στιγμές μου ήλθε ό «Γέροντας» (το βιβλίο του) και πόσο με βοήθησε, δεν θα το λέγατε αυτό. Το κρατώ και θα σας στείλω άλλα χρήματα για τον Ιατρικό Τύπο. Απλώς ήθελα να γνωρίζω πώς έγινε και τώρα, με συγκινεί ιδιαιτέρως πού διαπίστωσα ότι ό π. Ιερώνυμος ήλθε μόνος του και με βρήκε».

ΕΜΦΑΝΙΖΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ


« Τα πρώτα χρόνια, μετά την κοίμησιν του Γέροντος Ιερωνύμου, ακόμη δεν είχε κτισθεί ό μανδρότοιχος γύρω από το Ησυχαστήριο του, πήγαινα, οσάκις μπορούσα, στον Τάφο του Γέροντα και προσευχόμουν και έκλαιγα και παρακαλούσα, και κατόπιν έφευγα αλλαγμένη, με κάποια γαλήνη διάχυτη μέσα μου και σιγουριά και την πεποίθηση ότι ό Γέροντας και από την άλλη, την όντως ΖΩΗ με την ίδια στοργή μας αφουγκράζεται και παρακολουθεί


Τον δεύτερο χρόνο από την κοίμηση του Γέροντος, την δεύτερη ήμερα του Πάσχα, Αφού πέρασα πρώτα από τον Μεγάλο μας Άγιο τον Άγιο Νεκτάριο, πήγα και στο Ησυχαστήριο του Γέροντος.


Ή υπέργηρος Γερόντισσα, έλειπε, κανένας άλλος δεν ήτο εκεί, οπότε με μεγάλη μου χαρά και συγκίνηση, προσκύνησα και παρέμεινα στον Τάφο του Γέροντος, επί τρεις (3) περίπου ώρες. Περιποιήθηκα τον Τάφο, τοποθέτησα λουλούδια, καινούργια φωτογραφία του Γέροντος, έψαλλα τον Αναστάσιμο Κανόνα πού άρεσε πολύ στον Γέροντα, παρεκάλεσα, έκλαψα, θυμιάτισα τον Τάφο, τον όλο χώρο, την Εκκλησία και Αφού σχεδόν είχε αρχίσει πολύ ελαφρά να φαίνεται ότι έδυε ό ήλιος, ετοιμάσθηκα να φύγω.

Πριν φύγω, πήρα πάλι το λιβανιστήρι και θυμίαζα. Την ώρα πού θυμίαζα προς το παράθυρο της Εκκλησίας, σκεπτόμενη με συγκίνηση τι ουράνιες στιγμές να είχε ζήσει ό Γέροντας μέσα σε κείνη την Εκκλησία, τα ξέχασα κυριολεκτικά όταν μέσα από το παράθυρο της Εκκλησίας, (ήταν ανοικτό, είχε μόνον μία σίτο, για να μη μπαίνουν τα κουνούπια) είδα ολοκάθαρο, ολοζώντανο το Άγιο Πρόσωπο του Γέροντα (μέχρι τον θώρακα) να με κοιτάζει και να μου χαμογελά με μια γλυκύτητα, στοργή και λάμψη, πού έκανε να διακρίνονται καθαρά – ολοζώντανα, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.


Εκείνη την ώρα βρέθηκα σε αμηχανία και τρομερό δίλημμα: Δεν πίστευα τι έβλεπα, δεν γνώριζα Αν έπρεπε να του μιλήσω ή όχι. Προτίμησα το δεύτερο. Έριξα άλλου τα μάτια μου, για να ξανακοιτάξω μετά και να βεβαιωθώ αν ήταν της φαντασίας μου ή πραγματικότης. Ξανακοίταξα: ήταν ακόμη εκεί ή Μορφή του και μου χαμογελούσε. Ξανά ανοιγόκλεισα τα μάτια μου, κοίταξα άλλου, ξανά κοίταξα στο παράθυρο και βλέπω πάλι την ίδια εικόνα. Ακίνητη, γλυκεία ή μορφή του και μου χαμογελούσε. Τότε, φυσικά αμίλητη, έκαμα μία μισή μετάνοια, πήρα την τσάντα μου και έφυγα.


Μόλις απομακρύνθηκα από το Ησυχαστήριο και πήγαινα προς την παραλία αλλά και μέσα στο Καράβι, Ένοιωθα μέσα μου μιαν ουράνια γλυκύτητα, τόση, πού δεν την άντεχα και από τα μάτια μου έτρεχαν ασταμάτητα δάκρυα. Αύτη ή κατάστασης, κράτησε περίπου ένα μήνα συνεχώς. Όπου έριχνα τα μάτια μου, μου φαινόταν πώς έβλεπα το ίδιο το Πρόσωπο του Γέροντος να με κοιτάζει και να χαμογελά και με πάρα πολύ κόπο, όταν ήμουν ανάμεσα στους ανθρώπους, συγκρατούσα τα δάκρυα.

Έκτοτε, πήγαινα με λαχτάρα, πολλές Λεύτερες μετά το κάθε Πάσχα, αλλά ποτέ δεν τον ξαναείδα.

Κάποια φορά, μετά ένα χρόνο, το εκμυστηρεύθηκα αυτό μόνον στην Γερόντισσα, με δισταγμό, γιατί φοβήθηκα μη τυχόν μου έλεγε ότι ήταν του πειρασμού, και έχανα την χαρά πού είχα, άλλα ή απλοϊκή και σοφή Γερόντισσα με καθησύχασε και με διαβεβαίωσε ότι ήτο μια παραχώρησης του Θεού και μια εξ αγάπης του Γέροντος εμφάνισης και δια τον λόγον ότι ήτο δευτέρα ημέρα του Πάσχα, Αναστάσιμη, επέτρεψε ό Θεός να γίνει. Εκ παραλλήλου, μου διηγήθηκε και εκείνη τα παρακάτω:
«Ήλθε χθες εδώ ένας, πού κάποτε έμενε στην Αίγινα και πού είχε και τους δικούς του εδώ. Καθώς πήγαινε κατά το σούρουπο προς το σπίτι του, για να κόψη δρόμο, πέρασε μέσα από κάτι χωράφια και χωρίς να το αντιληφθεί και να προλάβει, έπεσε μέσα σε έναν ασβεστόλακκο, αλλά ξερό, χωρίς άσβεστη. Την ώρα πού προσπαθούσε να δη πώς και από πού να πιαστεί για ν’ ανέβει, ακούει κάτι βήματα και βλέπει να περνά από κει δίπλα ό πατήρ Ιερώνυμος.


Γέροντα, του φωνάζει, τι κάνετε; καθώς προχωρούσα, έπεσα στον λάκκο εδώ και προσπαθώ να βγω. «Του λέγει και ό Γέροντας: Μη φοβάσαι, εγώ θα σε βοηθήσω και θα βγεις. Άπλωσε το χέρι του ό Γέροντας, τον βοήθησε και κείνος βγήκε. Του ασπάσθηκε το χέρι και τον ευχαρίστησε. Προχώρησαν λίγο μαζί και μετά χώρισαν, γιατί ήσαν διαφορετικοί οι δρόμοι τους.
Όταν έφθασε στους δικούς του, διηγήθηκε το γεγονός και εκείνοι τον κοίταγαν καλά – καλά. Είσαι σίγουρος του είπαν ότι ήταν ό πατήρ Ιερώνυμος; και στην έντονη διαβεβαίωση του, τότε του είπαν: « Εδώ και ένα χρόνο ο Γέροντας δεν είναι κοντά μας. Εκοιμήθη.

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, γένι και κείμενο

Γέρων Ἱερώνυμος τῆς Αἰγίνης – Ἀποφθεγματικοὶ Λόγοι


Ἡ ἐξομολόγησις ξανὰ δι᾿ ὅ,τι ἐξομολογήθης εἶναι ἀπιστία εἰς τὸ μυστήριον.

Κάθε πότε κοινωνεῖτε, κάθε πότε διψάει ἡ ψυχή σας; Ἂν δὲν σᾶς ἔλθουν πάντως δάκρυα, νὰ μὴν κοινωνεῖτε. Κάθε δέκα πέντε ἡμέρας, καλὸν εἶναι. Αὐτὸ ὅμως θὰ τὸ κανονίσει ὁ πνευματικός σας.

Μὴ λέτε πολλά. Κρατῆστε τὴν γλώσσαν. Ἀγαπῆστε τὴν σιωπήν. Ἂν τὴν συνηθίσετε, μετὰ δὲν θὰ θέλετε νὰ ὁμιλῆτε. Τόσον εἶναι ὄμορφη ἡ σιωπή.

Ἀγαπῆστε καὶ τὴν προσευχή. Ἕνας ἔκαμε προσευχὴ ὅλη τὴν νύχτα. Τὰ λόγια τῆς προσευχῆς τοῦ ἔρχονταν τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο χωρὶς δυσκολία.

Νὰ ἔχετε χαράν! Ἡ χαρὰ καὶ ἡ λύπη ἂς σᾶς εἶναι φιλοξενούμενες, ὄχι ὅμως ἡ ἀπελπισία. Τῆς ἀπελπισίας νὰ τῆς κλείνετε τὴν πόρτα! Ὁ Χριστιανὸς δὲν πρέπει οὔτε δειλὸς νὰ εἶναι, οὔτε ἀπελπισία νὰ ἔχει.

Οἱ ἄλλοι ὅ,τι γράμματα ξεύρουν, αὐτὰ καὶ σοῦ λένε. Τὰ δικά τους ζοῦν, τὰ δικά τους ξεύρουν, αὐτά σου λένε. Τὰ δικά σου δὲν τὰ ζοῦν, δὲν τὰ ξεύρουν, δὲν τὰ ἀγαποῦν! Πὼς λοιπὸν ἀφοῦ δὲν γνωρίζουν τὴ γλώσσα σου θέλεις νὰ σοῦ μιλήσουν!

Μὴ θυμώνετε. Θὰ σᾶς εἰρωνευθοῦν, θὰ ὑποφέρετε. Ἐσεῖς μὴ φοβάσθε. Σᾶς προσφέρουν δηλ. πιπέρι, νὰ δίδετε ζάχαρη. Ἐγὼ πιπέρι δὲν ἔχω νὰ σκέπτεσθε, ζάχαρη ἔχω, ζάχαρη δίδω.

Σὲ κάθε προσευχὴ πρέπει νὰ ἔχετε ἕνα κόμπο δάκρυ. Καὶ σάν σας ἔλθη κατάνυξη, μὴ τὸ λέτε πουθενὰ γιατί εἶναι θεῖον δῶρον μήπως καὶ τὸ χάσετε!

Τὸν ἱεροκήρυκα νὰ τὸν ἀκοῦτε, ἀλλὰ μὴ ζυγώνετε πολύ. Ὅλοι ἄνθρωποι εἴμεθα. Πιθανὸν νὰ διαπιστώσετε ἀδυναμίες καὶ νὰ πεῖτε ἄλλα λέει καὶ ἄλλα πράττει.

Νὰ μὴ θυμώνετε. Νὰ γλυκαίνετε μὲ τὴν ζάχαρή σας, δηλ. μὲ τὸν καλόν σας λόγο τὸν ἄλλο.

Μὴ ὑποδεικνύεις, διότι, διδασκαλία δίχως θέλησιν τοῦ ἄλλου, ἔχθρα εἶναι καὶ γίνεται ἁμαρτία καὶ σὲ κεῖνον ποὺ ἀκούει καὶ δὲν κάνει καὶ ἐσὺ στεναχωρεῖσαι καὶ ταράζεσαι.

Ἀγάπησε τὴν κατάνυξιν, φέρνε στὸ νοῦ σου τὶς αἰτίες ποὺ θὰ σοῦ φέρνουν δάκρυα.

Στὸν ἄλλο νὰ λέγης τόσα, ὅσα νομίζεις ὅτι θὰ σηκώσει, ὄχι περισσότερα.

Ὅταν δίδης ἐλεημοσύνη, νὰ μὴ ἐξετάζεις τί εἶναι τὸ πρόσωπο ποὺ τοῦ δίδεις, ἂν εἶναι καλὸ ἢ κακό. Ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι σπουδαῖο πράγμα, ἐξαλείφει πλῆθος ἁμαρτιῶν.

Ἀπόδειξις ἀγάπης πρὸς τὸν Σωτήρα μας, εἶναι τὰ δάκρυα κατὰ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς.

Ἐὰν ἔχεις φόβο Κυρίου, ἔμαθες Θεολογίαν, Ἐὰν δὲν ἔχεις φόβον Κυρίου τέχνην ἔμαθες διὰ νὰ ζήσης.

Τὸ χτίσιμο μὲ ξηροὺς λίθους δὲν εἶναι καλό. Χρειάζεται ἡ λάσπη, χρειάζεται καὶ ὁ ἀσβέστης. Ἔτσι καὶ ἡ προσευχή· χωρὶς δάκρυα δὲν εἶναι προσευχή. Χρειάζονται δάκρυα, ἀλλιῶς ὠφέλεια δὲν μένει ἀπὸ τὴν προσευχή.

Θὰ κάμης ὅ,τι ἠμπορεῖς διὰ τὰ παιδιά σου, διότι εἰς τὴν ἄλλην ζωὴν ὁ Χριστός μας θὰ σοῦ ζητήσει ἢ τὰ παιδιά σου σεσωσμένα ἢ τὶς πληγὲς στὰ γόνατά σου, ἀπὸ τὴν πολλήν σου προσευχήν. Δὲν γνωρίζουν δυστυχῶς, οἱ γονεῖς τὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν ἔχουν διὰ τὰ τέκνα των.

Κάθε ἄνθρωπος ἔχει κάποιο χάρισμα. Βρὲς τὸ χάρισμά του καὶ ἐπαίνεσέ τον. Χρειάζεται καὶ ὁ ἔπαινος (πρὸς τόνωσιν) καὶ ἡ καλωσύνη καὶ ἡ ἀγάπη. Τότε ὁ ἄλλος καὶ πολὺ καλὸς νὰ μὴν εἶναι, διὰ τὴν τιμήν, τὸν ἔπαινον, τὴν ἀγάπην ποὺ τοῦ ἐκδηλώνουν ἐλέγχεται καὶ γίνεται καλύτερος.

Εἰς κληρικόν: Ὅσο μπορεῖς ἀπέφευγε τὰ ἔξω. Κλείσου εἰς τὸ δωμάτιόν σου. Σφίξε τὸν νοῦ σου ν᾿ ἀνοίξῃ νὰ δῇς πνευματικὸν φῶς. Νὰ λέγης πότε νὰ φθάσεις στὸ δωμάτιόν σου καὶ νὰ κλεισθῆς. Μελέτησε, προσευχήσου. Ἂν δὲν εἶσαι ἐνισχυμένος πῶς θὰ ἐνισχύσεις ἄλλους; Καὶ ὁ κόσμος τρέχει, ζητὰ τὴν δίψα τῆς ψυχῆς νὰ ἱκανοποιήσει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, ἀπὸ τὰ ὄργανά της, ἀπὸ τὸ ράσον! Τί θὰ δώσεις ἂν δὲν ἔχης καὶ πῶς θὰ ἔχεις ἂν δὲν ζητήσης ἀπὸ τὸν Θεόν; Νὰ κοπιάζης εἰς τὴν προσευχὴν καὶ τὴν μελέτην καὶ θὰ ἐνισχύεσαι.

Ταπείνωσιν νὰ ἔχεις. Ὅταν βρέχη τὸ νερὸ δὲν σταματᾶ εἰς τὶς κορφὲς ἢ στὰ βουνά, ἀλλὰ κάτω εἰς τὴν πεδιάδα. Οἱ ταπεινοὶ ἄνθρωποι ἔχουν χάριν, καρποφορίαν καὶ εὐλογίαν.

Εἶσαι ἱερεύς; Νὰ προσέχεις, δὲν ἀνήκεις εἰς τὸν ἑαυτόν σου. Εἶσαι σὰν μία βελόνα στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Νά ῾σαι καλός, νὰ μὴ εἶσαι σὰ τὴ σκουριασμένη βελόνα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τὴ δουλειά της. Δία τὸν ἑαυτό σου δηλ. ἀδυναμίες, πάθη κλπ. νὰ μὴν ὑπάρχης. Τὸ ράσον, ἡ συνθήκη σου εἶναι μὲ τὸν Θεόν, νὰ σὲ συγκλονίζει καὶ νὰ λές, τί θέλει τοῦτο; Τί μοῦ λέγει τοῦτο; Ναί, ν᾿ ἀγαπῶ τὸν Θεὸν καὶ νὰ ἐργάζωμαι εἰς ὅ,τι μὲ ἔταξε.

Νὰ προσέχης. Ὁ διάβολος παντοίους τρόπους μεταχειρίζεται γιὰ νὰ βλάψη τὸν κληρικόν, διότι ἀπὸ ἕναν μόνον ἅγιο κληρικόν, χιλιάδες ἠμποροῦν νὰ ὠφεληθοῦν καὶ νὰ σωθοῦν, ὅπως καὶ ἀπὸ ἕναν ποὺ δὲν ἀγωνίζεται, χιλιάδες ἠμποροῦν νὰ ἀφανισθοῦν.

Ὁ κληρικὸς πρέπει σὰν τὰ πολυόμματα νὰ εἶναι, δηλ. παντοῦ μάτια νὰ ἔχη, νὰ εἶναι ἀκέραιος, δυνατὸς εἰς τὸν νοῦν, σοφός, ἅγιος.

Μετὰ τὰ λόγια τῆς Ἀκολουθίας, Ἀπόδειπνον κλπ. νὰ παρακαλᾶς τὸν Θεὸν καὶ μὲ ἁπλὰ λόγια, μὲ λόγια δικά σου γιὰ τὰ προβλήματά σου γιὰ τὸν πόνο σου, ὡς νὰ εἶναι μπροστά σου καὶ τὸν βλέπεις. Αὐτὰ τὰ πονεμένα καὶ κατανυκτικὰ λόγια, εἶναι σὰν τὰ προσανάμματα διὰ νὰ πιάσει ἡ φωτιά, δηλ. ὁ πόθος διὰ τὸν Θεόν. Καὶ τότε ἔρχονται καὶ τὰ δάκρυα.

 

Σχόλιαστε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *