Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε…

Μυροβολιές ουράνιες και Θείες ευωδίες Στης Γεθσημανής το χωρίον…

Χριστός Ανέστη σε όλους…Σήμερα αναστάσιμη ημέρα και επέλεξα να μιλήσω για την Κοίμηση αλλά και την Μετάσταση Στης Παναγίας μας. Αφορμή βέβαια δόθηκε από την έρευνα που διεξάγω για να βρώ στοιχεία για τον μεγάλο Άγιο Ιερόθεο, ο οποίος έψαλλε τα πιο όμορφα εγκώμια στην Παναγία μας. Βέβαια το αξιοπερίεργο είναι ότι δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες για τον Μεγάλο αυτόν Άγιο αλλά στα Μέγαρα όσοι μπορείτε να πάτε θα μπορέσετε να προσκυνήσετε την Τιμία Κάρα του η οποία θαυματουργεί και ενδυναμώνει. Η Ηγουμένη της Μονής μοναχή  Ισιδώρα υπηρετεί τον Άγιο εδώ και πολλά χρόνια  και έχει να σας διηγηθει πολλά θαύματα τα οποία επιτελεί καθημερινά ο ένδοξος Άγιος Ιερόθεος.

Ο Άγιος Ιερόθεος γεννήθηκε στην Αθήνα από επιφανή οικογένεια επί των ημερών του αυτοκράτορα Αυγούστου, λίγα μόλις χρόνια πριν τη Γέννηση του Ιησού Χριστού.

Σύμφωνα με την παράδοση υπήρξε ένας από τους εννέα βουλευτές, που αποτελούσαν τη Γερουσία του Αρείου Πάγου, που την εποχή εκείνη ήτανε και το ανώτατο δικαστήριο.

Ο Ιερόθεος είχε σπουδάσει Πλατωνική φιλοσοφία στην περίφημη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών και είχε μυηθεί, όπως και οι άλλοι “βουλευτές” του Αρείου Πάγου, στα Ελευσίνια Μυστήρια.

Το 51 μ.Χ. η άφιξη στην Αθήνα του Αποστόλου των Εθνών Παύλου, θέτει τη βάση για την ίδρυση μιας ολιγάριθμης χριστιανικής κοινότητας.

Ανάμεσα στους πρώτους, που άκουσαν με προσοχή το πύρινο κήρυγμα και σαγηνεύτηκαν από τα μηνύματα του Ευαγγελίου του Χριστού ήταν και ο διαπρεπής πλατωνικός φιλόσοφος Ιερόθεος, που διακρινόταν για τη βαθιά του φιλοσοφική γνώση και την απέραντη σοφία

Η ευρεία του μόρφωση και η οξεία του αντίληψη όχι μόνο δεν στάθηκαν εμπόδια στο να ακολουθήσει και να ασπασθεί τη χριστιανική πίστη, αλλά αφού βαπτίσθηκε πρώτα χριστιανός, αναδείχθηκε αργότερα δυναμικός και χαρισματικός ιεράρχης και εξελέγη μάλιστα πρώτος επίσκοπος της Αποστολικής Εκκλησίας των Αθηνών.

Η φλογερή του πίστη και ο ένθερμος ζήλος του τον ανέδειξαν σε ένθερμο μυσταγωγό της χριστιανικής αλήθειας και των σωτήριων διδαγμάτων αυτής.

Υπήρξε ο σοφός διδάσκαλος και πνευματικός καθοδηγητής δύο επιφανών Αθηναίων ανδρών, του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, ο οποίος τον διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο των Αθηνών και του Αγίου Αριστείδου, του ενδόξου αυτού Αθηναίου φιλοσόφου και απολογητού, ο οποίος γεννήθηκε, έζησε και μαρτύρησε τον 2ο μ.Χ. αιώνα στην Αθήνα.

Ο Άγιος Ιερόθεος ανέπτυξε μεγάλη ιεραποστολική δράση στην Αθήνα και αναδείχθηκε ευκλεής ιεράρχης, θείος διδάσκαλος και πολύτιμος εκκλησιαστικός συγγραφέας με βαθυστόχαστα συγγράμματα, που αποκαλύπτουν τη βαθύτατη σοφία και την πλούσια ευρυμάθειά του. Άξιο θαυμασμού είναι το θεώρημα του Αγίου Ιεροθέου περί της Αγίας Τριάδος, το οποίο βρίσκεται σε κώδικα στη βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους και απεικονίζει την Τριαδική Θεότητα μέσα σε έξι κύκλους, όπου ο ένας είναι μκρότερος από τον άλλο.

Ο πρώτος επίσκοπος των Αθηνών, Άγιος Ιερόθεος, αναδείχθηκε και χαρισματικός υμνολόγος, αφού σύμφωνα με την παράδοση αρπάχθηκε από νεφέλη και παρευρέθηκε μαζί με τους Αγίους Αποστόλους, τον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και τον Άγιο Τιμόθεο στην Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο ίδιος μάλιστα προεξείχε της κηδείας του θεοδόχου Σώματος της Θεομήτορος και έψαλλε εξαίσιους ύμνους προς τιμήν Της, οι οποίοι υπερείχαν σε περιεχόμενο και μελωδία από όλους τους άλλους ύμνους, που είχαν ποιήσει οι υπόλοιποι. Το γεγονός αυτό το μαρτυρεί και ο ίδιος ο μαθητής του, ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ενώ ο Μέγας Συναξαριστής του Βίκτωρος Ματθαίου αναφέρει ότι «όταν οι άγιοι Απόστολοι έφθασαν στον Τάφο της Κυρίας Θεοτόκου και αποχαιρετώντας Την, έκαστος έλεγε εγκώμια θεία και ένθεα προς Αυτήν, όλοι δε είπαν διάφορα εγκώμια. Ο Ιερόθεος είπε τοιαύτα εγκώμια, προς την Παναγία μας, που υπερέβαιναν όλων των άλλων, και τολμώ ειπείν, ήσαν τόσο εξαίρετα και καταπληκτικά, ώστε αυτοί οι άγιοι Άγγελοι δεν θα μπορούσαν, καταλεπτώς (με κάθε λεπτομέρεια), καθώς τα είπε εκείνος».

Ο σοφός και θεόληπτος Άγιος Ιερόθεος, αφού πλούτισε το κλεινόν Άστυ των Αθηνών με τη θεία διδασκαλία του και το πολύπλευρο έργο του ως άξιος συνεχιστής του μηνύματος της χριστιανικής αλήθειας, που δίδαξε ο Απόστολος Παύλος στη μέχρι πρότινος ειδωλολατρική Αθήνα, κοιμήθηκε εν ειρήνη σε βαθύτατα γηρατειά κατά το τελευταίο τέταρτο του 1ου μ.Χ. αιώνα.


Φυλάσσεται σε ανθρωπόμορφο αργυρά θήκη, έργο του 1741, επισκευασθείσα “δαπάνη Μητροπολίτου Αθηνών κυρίου Γερμανού, το έτος 1893”, στην Μονή Παναγίας Κυπαρισσιώτισσας και Αγίου Ιεροθέου στα Μέγαρα της Αττικής.

 

 

 

 

 

Κανείς δεν μένει ασυγκίνητος στο άκουσμα αυτών των στίχων κατά την περίοδο του Δεκαπενταύγουστου

Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε, Γεθσημανή τω χωρίω, κηδεύσατε μου το σώμα, και συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα. Ο γλυκασμός των Αγγέλων, των θλιβομένων η χαρά, χριστιανών η προστάτις, Παρθένε Μήτηρ Κυρίου, αντιλαβού μου και ρύσαι, των αιωνίων βασάνων. Και σε μεσίτριαν έχω, προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, μη μου ελέγξη τας πράξεις, ενώπιον των Αγγέλων, παρακαλώ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι εν τάχει. Χρυσοπλοκώτατε πύργε, και δωδεκάτειχε πόλις, ηλιοστάλακτε θρόνε, καθέδρα του Βασιλέως, ακατανόητον θαύμα, πως γαλουχείς τον Δεσπότην.

Ὅταν ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, θέλησε νὰ παραλάβει κοντὰ Του τὴ μητέρα Του, τρεῖς μέρες πρὶν τὸν θάνατό της, τῆς φανέρωσε δι’ ἀγγέλου τὴ βούλησή του. Ἦρθε ὁ ἄγγελος καὶ τῆς εἶπε: «Αὐτὰ λέγει ὁ Υἱός σου·: εἶναι καιρὸς νὰ παραλάβω τὴν μητέρα Μου κοντά Μου. Γι’ αὐτὸ μὴν ταραχθῆς, ἀλλὰ δέξαι τὸ μήνυμα μὲ εὐφροσύνη, ἐπειδὴ μεταβαίνεις σὲ ζωὴ ἀθάνατη».

Μόλις τὸ ἄκουσε αὐτὸ ἡ Θεοτόκος χάρηκε πολὺ διότι εἶχε θερμὸ πόθο νὰ βρεθεῖ σύντομα κοντὰ στὸν Υἱό της. Ἐπειδὴ συνήθιζε συχνὰ νὰ ἀνεβαίνει καὶ νὰ προσεύχεται στὸ ὂρος τῶν Ἐλαιῶν, ξεκίνησε καὶ αὐτὴ τὴ φορὰ μὲ βιασύνη καὶ προθυμία νὰ προσευχηθεῖ γιὰ τελευταία φορὰ ἐκεῖ. Τότε ἀκολούθησε θαῦμα παράδοξο. Καθὼς ἀνέβαινε ἡ Θεοτόκος, τὰ δένδρα ἔκλιναν τὴν κορυφή τους καὶ τὴν προσκύνησαν, σὰν νὰ ἦταν ἔμψυχα καὶ λογικά, δείχνοντας ἔτσι τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν τιμή τους στὴν Κυρία καὶ Δέσποινα τοῦ κόσμου.
Ἀφοῦ προσευχήθηκε στὸ ὂρος τῶν Ἐλαιῶν, ἐπέστρεψε στὴν οἰκία της, ἄναψε φῶτα πολλά, εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ καὶ ἄρχισε νὰ σκουπίζει καὶ συγυρίζει τὸ σπίτι της. Κάλεσε τὶς συγγενεῖς καὶ τὶς γειτόνισσες, ἑτοίμασε τὸ νεκροκρέβατό της καὶ ὅλα τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὸν ἐνταφιασμό της. Φανέρωσε τότε στὶς ἄλλες γυναῖκες τὰ λόγια ποὺ τῆς εἶπε ὁ ἄγγελος γιὰ τὴν κοίμησή της καὶ τὴ μετάβασή της στὴν οὐράνια βασιλεία καὶ σὰν ἀπόδειξη τίς ἔδειξε ἕνα κλαδὶ φοίνικος ποὺ τῆς ἔδωσε ὁ ἄγγελος σὰν σύμβολο νίκης καὶ χαρᾶς.
Οἱ γυναῖκες ποὺ ἦρθαν στὸ σπίτι της μόλις ἄκουσαν τὸ θλιβερὸ μήνυμα, ἄρχισαν νὰ θρηνοῦν καὶ νὰ τὴν παρακαλοῦν νὰ μὴν τὶς ἀφήσει ὀρφανές. Ἡ Θεοτόκος τὶς διαβεβαὶωσε ὅτι, ὅταν μετασταθεῖ στοὺς οὐρανοὺς, θὰ φυλάει καὶ θὰ βοηθάει ὄχι μόνον αὐτές, ἀλλὰ καὶ ὅλον τὸν κόσμο. Ἔτσι μὲ γλυκὰ καὶ παρηγορητικὰ λόγια σταμάτησε τοὺς θρήνους τους καὶ τὴν ὑπερβολική τους λύπη. Ἔπειτα μοίρασε στὶς δύο φίλες της χῆρες, ποὺ συμβιοῦσαν μαζί της, ἀπὸ ἕνα φόρεμά της.
Καὶ ξαφνικά, ἕνα νέο μεγάλο θαῦμα συνετελέσθη. Ἀκούστηκε ἦχος δυνατῆς βοῆς καὶ ἔφθασαν ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς Οἰκουμένης νέφη, ποὺ μετέφεραν τοὺς Ἀποστόλους. Μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους ἦρθαν και Ἃγιοι Ἱεράρχες, ὅπως ὁ Ἅγιος Ἱερόθεος, ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀεροπαγίτης, ὁ Ἀπόστολος Τιμόθεος καὶ ἄλλοι. Ὅλοι αὐτοὶ μόλις ἔμαθαν τὴν αἰτία τῆς παράδοξης συνάξεώς τους τῆς εἶπαν: «Ὅσο σὲ βλέπαμε Δέσποινα νὰ ζεῖς καὶ νὰ μένεις στὸν κόσμο, παρηγορούμεθα σὰν νὰ βλέπαμε τὸν Υἱό σου, διδάσκαλο καὶ Κύριό μας. Ἐπειδὴ ὅμως τώρα, μὲ τὴ βούληση τοῦ Υἱοῦ σου καὶ Θεοῦ μεταβαίνεις στὰ οὐράνια, γι’ αὐτὸ καθὼς βλέπεις θρηνοῦμε καὶ δακρύζουμε, ἂν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη χαιρόμαστε γιὰ ὅσα θαυμαστά σοῦ ἔγιναν» καὶ ἔβρεχαν τὰ πρόσωπά τους μὲ δάκρυα. Τότε ἡ Θεοτόκος τοὺς ἀποκρίθηκε: «Ὦ φίλοι καὶ μαθηταὶ τοῦ Υἱοῦ μου καὶ Θεοῦ, μὴν κάμετε πένθος καὶ λύπη τὴ χαρά μου, ἀλλὰ ἐνταφιάσατε τὸ σῶμα μου καθὼς θὰ τὸ σχηματίσω πάνω στὸ νεκροκρέβατο».
Ὅταν εἰπώθηκαν αὐτὰ τὰ λόγια, φθάνει καὶ ὁ θεσπέσιος Ἀπόστολος Παῦλος, τὸ σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ Θεοῦ. Ἔπεσε στὰ πόδια τῆς Θεοτόκου τὴν προσκύνησε καὶ τὴν ἐγκωμίασε μὲ πολλὰ οὐράνια λόγια: «Χαῖρε ὦ Μῆτερ τῆς ζωῆς καὶ ὑπόθεση τοῦ κηρύγματός μου, διότι ἂν καὶ δὲν ἔζησα σωματικῶς κοντὰ στὸν Υἱό σου, βλέποντας ὅμως Σέ, νόμιζα ὅτι ἔβλεπα Ἐκεῖνον».
Μετὰ ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἀπ. Παύλου, ἡ Θεοτόκος ἀποχαιρέτισε ὅλους, δεήθηκε στὸν Υἱό της γιὰ τὴν εἰρήνη ὅλου τοῦ κόσμου, ἔδωσε τὴν εὐλογία τοῦ Υἱοῦ της στοὺς Ἀποστόλους καὶ στοὺς Ἱεράρχες (εὐλογία ποὺ δίδεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ μέσῳ αὐτῆς στοὺς ἀνθρώπους). Στὴ συνέχεια ξάπλωσε στὸ νεκροκρέβατό της, σταύρωσε τὰ χέρια της καὶ παρέδωσε τὴν Πανάγια ψυχή της στα χερια του Υιου της, που κατεβηκε να την παραλαβει – όπως εικονίζει το θαύμα η βυζαντινή αγιογραφία, που δείχνει το Χριστό ν’ ανεβαζει σαν νήπιο στον ουρανο την ψυχη της Παναγίας.
Τότε, ὁ κορυφαῖος τῶν ἀποστόλων Πέτρος, ἄρχισε νὰ ψάλλει στὴν Θεοτόκο ἐπιτάφια ἐγκώμια, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι σήκωσαν τὸ νεκροκρέβατο. Ἂλλοι προπορεύονταν βαστάζοντας ἀναμμένες λαμπάδες καὶ ψάλλοντας ὕμνους καὶ ἄλλοι ἀκολουθοῦσαν ὡς τὸν τάφο τὸ θεοδόχο σῶμα τῆς Θεοτόκου. Σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς πορείας μέχρι τὴ Γεθσημανή, ἀκούγονταν ἄγγελοι ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ποὺ ἔψαλλαν καὶ γέμιζαν τὸν ἀέρα μὲ ἀγγελικὲς οὐράνιες μελωδίες.
Ὅμως κάποιοι ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων μὴ ὑποφέροντας νὰ βλέπουν καὶ νὰ ἀκούουν αὐτὴν τὴν πομπή, παρεκίνησαν κάποιους ἀπὸ τοὺς δικούς τους νὰ ρίξουν κατὰ γῆς τὸ νεκροκρέβατο μὲ τὸ ἄχραντο σῶμα τῆς Θεοτόκου. Ὅμως, δὲν τὸ ἐπέτυχαν . Διότι, θεία δύναμη τοὺς τύφλωσε καὶ τοὺς ἐμπόδισε ἔτσι νὰ πλησιάσουν. Ἕνας ὅμως ἀπὸ αὐτούς, ὁ θρασύτερος ἔφθασε κοντὰ καὶ τόλμησε νὰ πιάσει τὸ κρεβάτι. Τότε τὰ χέρια του κόπηκαν ἀπὸ τὸν ἀγκώνα καὶ ἔμειναν κρεμασμένα πάνω στὸ κρεβάτι. Κάποιοι ἁγιογράφοι παρουσιάζουν δίπλα στὸ νεκροκρέβατο, ἄγγελο μὲ ρομφαία νὰ κόβει τὰ χέρια τοῦ ἄπιστου καὶ θρασὺ Ἰουδαίου.
Ἡ ἄμεση σκληρὴ καὶ ἀναπάντεχη τιμωρία καθὼς καὶ ὁ πόνος ἀπὸ τὰ κομμένα καὶ αἱμάσσοντα χέρια, τὸν ἔκαναν νὰ μετανοήσει καὶ νὰ ζητήσει συγνώμη μὲ πίστη. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος, τὰ χέρια του ἀποκαταστάθηκαν. Τότε αὐτός, πῆρε τεμάχιο ἀπὸ τὸ φόρεμα τῆς Θεοτόκου, τὸ ἔβαλε στὰ μάτια τῶν τυφλωθέντων συντρόφων του, οἱ ὁποῖοι θεραπεὺτηκαν ἀμέσως καὶ πίστεψαν.
Ὅταν ἡ νεκρικὴ πομπὴ ἔφθασε στὸ χωριὸ Γεθσημανή, οἱ Ἀπόστολοι ἐνταφίασαν τὸ σῶμα τῆς Θεοτόκου. Παρέμειναν ἐκεῖ τρεῖς μέρες, ἀκούγοντας ἀκαταπαύστως τοὺς ὕμνους καὶ τὶς μελωδίες τῶν ἀγγέλων.
Κατὰ θεία οἰκονομία ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς δὲν ἦτο παρὼν στὴν κηδεία τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ ἔφθασε μετὰ τὴν τρίτη ἡμέρα. Γι’ αὐτὸ ἐλυπεῖτο πολύ, διότι δὲν ἀξιώθηκε νὰ ἰδεῖ καὶ νὰ ἀκούσει ὅσα εἶδαν καὶ ἄκουσαν οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι. Ὅλοι τότε συμφώνησαν νὰ ἀνοίξουν τὸν τάφο γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸ σῶμα τῆς Θεοτόκου καὶ ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς. Ἀνοίγοντας ὅμως τὸν τάφο εἶδαν μὲ ἔκπληξη, ὅτι τὸ σῶμα τῆς Θεοτόκου ἔλειπε. Μόνο τὸ σεντόνι ποὺ τύλιγε τὸ σῶμα της ὑπῆρχε. Λυπήθηκαν καὶ θαύμασαν, διότι ἔγιναν μάρτυρες ἑνὸς ἄλλου ἔξοχου θαύματος. Τῆς ὁλόσωμης μεταστάσεως τῆς Θεοτόκου στοὺς οὐρανούς. Ἒτσι, αὐτὸ τὸ ἄχραντο σῶμα, τῆς ἄδολης παιδούλας Μαριάμ, ποὺ κυοφόρησε τὸν σαρκωθέντα Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, δὲν γνώρισε φθορὰ (ὅπως ἀκριβῶς καὶ τὸ σῶμα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ). Ἀνελήφθη ἄφθαρτο καὶ ἀκέραιο στοὺς οὐρανούς, γεγονὸς ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ Θεοτόκος θεώθηκε πρὶν ἀπὸ τὴν Κοινὴ Ἀνάσταση.
Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἡλικία θανάτου (κοιμήσεως) τῆς Θεοτόκου, γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν παράδοση, ὅτι μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ, ἡ Θεοτόκος ἔζησε 11 χρόνια. Ἔτσι, μπῆκε στὸν Ναὸ τριῶν ἐτῶν, παρέμεινε ἐκεῖ δώδεκα χρόνια, γέννησε τὸν Χριστὸ τὸν ἑπόμενο χρόνο καὶ ἔζησε μὲ τὸν Χριστὸ τριάντα δύο χρόνια. Ὥστε συνολικὰ τὰ χρόνια τῆς ζωῆς της, κατὰ τὸν Ἃγ. Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη (θ΄ 298) ἦσαν 59

Σχόλιαστε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *